Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
περίϐαρυς
περίϐασις
Περιϐασώ
περίϐασις,
εως
(
ἡ
) [
ᾰ
] bandage autour,
Hpc.
Art.
799
.
Étym.
περιϐαίνω
.