Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
περιφίμωσις
περιφλεγής
περιφλεγμαίνω
περιφλεγής,
ής, ές,
au sup.
-έστατος,
ardent,
Plut.
M.
699
e
.
Étym.
περιφλέγω
.