Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
περιπίλναμαι
περιπίμελος
περιπίμπλημι
περι·πίμελος,
ος, ον
[
πῑ
] très gras,
Orib.
10 Matthäi
.
Étym.
π. πιμελή
.