περίτομος

περιτόναιος

περιτονία
περιτόναιος, ος, ον, tendu tout autour ; subst. ὁ περιτόναιος, Cels. 4, 1 ; τὸ περιτόναιον, Hpc. 1215g, etc. le péritoine, membrane qui recouvre intérieurement tout le bas-ventre.
Étym. περίτονος.