περιτονία

περιτόνιον

περίτονος
περιτόνιον, ου (τὸ)
1 péritoine (v. περιτόναιος) Hippiatr. ||
2 bras ou manivelle d’une machine à presser, Hld. chir. 1, 468 Schneider, Eclogæ physicæ.
Étym. περίτονος.