Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
φαῦσιγξ
φαυσίμϐροτος
φαῦσις
φαυσί·μϐροτος,
ος, ον,
c.
φαεσίμϐροτος,
Pd.
O.
7, 71
.
Étym.
*φαύω, βροτός
.