Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
φιλανθρακεύς
φιλανθρώπευμα
φιλανθρωπεύομαι
φιλανθρώπευμα,
ατος
(
τὸ
)
[
ῐ
] trait d’humanité, de bonté,
Plut.
Sol.
15,
M.
970
a
,
etc.
Étym.
φιλανθρωπεύομαι
.