φιλοδικαστής

φιλοδικέω-ῶ

Φιλοδίκης
φιλοδικέω-ῶ [ῐῐ] aimer les procès, la chicane, Thc. 1, 77 ; Arstt. Rhet. 1, 12, 35.
Étym. φιλόδικος.