φιλοποιητής

φιλοποιΐα

Φιλοποίμην
φιλοποιΐα, ας () [φῐ] action de concilier l’amitié, de rendre ami, DL. 7, 30 ; Sext. M. 7, 239.
Étym. φιλοποιός.