φιλοθουκυδίδης

φιλοθρέμμων

φιλοθρηνής
φιλο·θρέμμων, ων, ον, gén. ονος [] qui aime à nourrir ou à entretenir, qui nourrit, Sib. 5, 395 ; M. Tyr. 7, 7.
Étym. φ. τρέφω.