φυσιογνωμονέω-ῶ

φυσιογνωμονία

φυσιογνωμονικός
φυσιογνωμονία, ας () [] physiognomonie, art de juger qqn d’après son air, sa physionomie, Arstt. Physiogn. 2, 2 ||
E Ion. φυσιογνωμονίη, Hpc.
Étym. φυσιογνώμων.