φυτουργός

φυτώνυμος

φυτώρειον
φυτ·ώνυμος, ος, ον [ῠῠ] qui tire son nom d’une plante ou d’un arbre, Anth. 14, 34 ; A. Tat. 2, 14.
Étym. φυτόν, ὄνομα.