Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
πλατυχαίτας
πλατύχωρος
πλατύψυχος
πλατύ·χωρος,
ος, ον
[
ᾰῠ
] très spacieux,
Geop.
18, 2, 1
.
Étym.
πλ. χώρα
.