πολυειδήμων

πολυειδής

πολυειδία
πολυ·ειδής, ής, ές, de différentes sortes, varié, Thc. 7, 71 ; p. opp. à μονοειδής, Plat. Rsp. 612a ; à ἁπλοῦς, Plat. Phædr. 238a ; τὸ π. c. πολυειδία, Arstt. Col. 3, 1 ||
Cp. -έστερος, DH. Comp. 19 ; sup. -έστατος, T. Locr. 101b.
Étym. π. εἶδος.