Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
πολυπλασιάζω
πολυπλασίασις
πολυπλασιασμός
πολυπλασίασις,
εως
(
ἡ
) [
ᾰᾰ
]
c. le suiv.
Nicom.
Arithm.
131
.