προδιερευνάω-ῶ

προδιερευνητής

προδιέρχομαι
προδιερευνητής, οῦ () qui explore d’avance, Xén. Cyr. 5, 4, 4 ; Plut. Pel. c. Marc. 5 fin.
Étym. προδιερευνάω.