προενδημέω-ῶ

προενδίδωμι

προενεδρεύω
προ·ενδίδωμι (f. -ενδώσω, ao. -ενέδωκα, etc.) [δῐ] se relâcher auparavant, Hpc. Art. 831 ; Plut. M. 444c.