Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
προενοικέω-ῶ
προενοίκησις
προενοικίζω
προενοίκησις,
εως
(
ἡ
) habitation antérieure, séjour antérieur,
Thc.
1, 25 ;
DC.
53, 16
.
Étym.
προενοικέω
.