Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
ψηφοειδής
ψηφοκλέπτης
ψηφολογεῖον
ψηφο·κλέπτης,
ου
(
ὁ
)
escamoteur, prestidigitateur,
Ath.
19
b
.
Étym.
ψ. κλέπτω
.