Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
ῥευσταλέος
ῥευστικός
ῥευστικῶς
ῥευστικός,
ή, όν,
fluide, coulant,
Plut.
Æmil.
14 ;
M.
905
e
.
Étym.
ῥευστός
.