Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
σανίδωσις
σανιδωτός
σανίς
σανιδωτός,
ή, όν
[
ᾰῐ
] garni
ou
couvert de planches,
Spt.
Ex.
27, 8,
etc.
Étym.
vb. de
σανιδόω
.