Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
σίδηρος
σιδηρόσπαρτος
σιδηροτέκτων
σιδηρό·σπαρτος,
ος, ον
[
ῐ
] engendré par le fer,
Luc.
Oc.
100
.
Étym.
σ.
vb. de
σπείρω
.