στειρόω-ῶ

στειρώδης

στείρωσις
στειρώδης, ης, ες
1 qui ressemble à un être stérile, Hpc. 659, 44 ; Jambl. V. Pyth. 73 ||
2 p. suite, stérile, Man. 1, 49.
Étym. στεῖρος, -ωδης.