Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
συμφοραίνω
συμφορεύς
συμφορέω
συμφορεύς,
έως
(
ὁ
)
lieutenant d’un polémarque,
à Sparte,
Xén.
Hell.
6, 4, 14
.
Étym.
συμφέρω
.