Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
συμφόρημα
συμφόρησις
συμφορητός
συμφόρησις,
εως
(
ἡ
)
rassemblement, foule,
Plut.
Per.
34,
Oth.
14 ;
Plot.
Enn.
2, 1009
.
Étym.
συμφορέω
.