Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
συναπόδημος
συναποδιδράσκω
συναποδίδωμι
συν·αποδιδράσκω,
anc. att.
ξυν·αποδιδράσκω
(
ao. 1
συναπέδρασα
[
ᾱσ
],
ao. 2
συναπέδραν
[
ᾱν
]) s’enfuir
ou
s’échapper avec,
Ar.
Ran.
81
(
ao. 2
) ;
Luc.
As.
27
(
ao. 1
).