συναπτέον

συναπτικός

συναπτός
συναπτικός, ή, όν, qui a la propriété de marquer la connexion : σ. σύνδεσμος, Plut. M. 385e ; ou subst. ὁ συναπτικός, Dysc. Conj. p. 501, 10 Bekker, Anecdota græca, conjonction marquant la connexion, en parl. des conjonctions conditionnelles, c. εἰ, εἴπερ, etc.
Étym. συναπτός.