Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
συγκέκλῃμαι
συγκεκροτημένως
συγκελαρύζω
συγκεκροτημένως,
adv.
d’une manière serrée, savante, habile,
Luc.
M. cond.
35
.
Étym.
συγκροτέω
.