Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
συγκίνημα
συγκίνησις
συγκινητικός
συγκίνησις,
εως
(
ἡ
)
[
κῑ
] commotion,
Arstt.
Probl.
26, 48, 1 ;
Lgn
20
.
Étym.
συγκινέω
.