Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
συνόρασις
συνορατικός
συνοράω
συνορατικός,
ή, όν
[
ᾱ
]
c.
συνοπτικός,
Plut.
t. 5, p. 770 Wyttenbach ;
Arr.
Epict.
1, 6, 1 ;
Stob.
Ecl.
1, 6
.