Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
συρράσσω
συρραφή
συρρέζω
συρραφή,
ῆς
(
ἡ
) [
ᾰ
] suture,
Hpc.
Off.
743 ;
Orib.
p. 108, 109, 112 Mai
.
Étym.
συρράπτω
.