Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
ταὐτόν
ταὐτοπάθεια
ταὐτοποδία
ταὐτο·πάθεια,
ας
(
ἡ
) [
πᾰ
] sens réfléchi,
Hdn
(
Cram.
3, 271
).
Étym.
ταὐτό, πάθος
.