Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
τεκμηρίωμα
τεκμηρίωσις
Τέκμησσα
τεκμηρίωσις,
εως
(
ἡ
) preuve, témoignage,
Arr.
An.
4, 7 ;
5, 4
.
Étym.
τεκμηριόω
.