Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
τετράκλινος
τετράκνημος
τετρακόλουρος
τετρά·κνημος,
dor.
τετρά·κναμος,
ος, ον
[
νᾱ
] à quatre rayons,
Pd.
P.
2, 73 ;
4, 382
.
Étym.
τ. κνήμη
.