τετραπλῇ

τετραπλόος-οῦς

τετραπλῶς
τετραπλόος-οῦς, όη-ῆ, όον-οῦν, quadruple, Plut. Luc. 2 ; subst. τὸ τ. c. τετραμοιρία, Xén. An. 7, 6, 7.
Étym. τ. -πλοος.