Θαλλοῦσα

θαλλοφαγέω-ῶ

θαλλοφορέω-ῶ
θαλλο·φαγέω-ῶ [φᾰ] manger les jeunes pousses, Ath. 587a.
Étym. θαλλός, φαγεῖν.