θρασύμητις

θρασυμήχανος

θρασύμυθος
*θρασυ·μήχανος, dor. -μάχανος, ος, ον [ᾰῠᾱᾰ] aux desseins hardis, Pd. O. 6, 114 ; N. 4, 101.
Étym. θρ. μηχανή.