Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
θρασυξενία
θρασύπονος
θρασυπτόλεμος
θρασύ·πονος,
ος, ον
[
ᾰῠ
] qui travaille
ou
qui lutte courageusement,
Pd.
O.
1, 156
.
Étym.
θρ. πένομαι
.