Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
θρασύσπλαγχνος
θρασυσπλάνχνως
θρασυστομέω-ῶ
θρασυσπλάνχνως
[
ᾰσ
]
adv.
d’un cœur intrépide,
Eschl.
Pr.
730
.