τιμοκρατία

τιμοκρατικὴ πολιτεία

Τιμοκρέων
τιμοκρατικὴ πολιτεία () [τῑμ]
1 c. τιμοκρατία 1, Plat. Rsp. 549b, 580b ||
2 c. τιμοκρατία 2, Arstt. Nic. 8, 10, 1 et 6.
Étym. τιμοκρατία.