τοσάτιος

τοσαυτάκις

τοσαυταπλασιόνως
τοσαυτάκις [] adv. autant de fois, Xén. Cyr. 8, 8, 12 ; Plat. Rsp. 546c, etc.
Étym. τοσοῦτος, -άκις.