τραχωματικός

τράχων

Τρεϐελλικὸς οἶνος
τράχων, ωνος () []
1 sol rocailleux, DH. 17, 5 ; Luc. Tox. 49 ||
2 aspérité, en gén. Luc. V.H. 2, 30.
Étym. τραχύς.