Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
τριαινόω-ῶ
τριακαιδεκέτις
τριακάς
τριακαιδεκ·έτις,
ιδος
[
ᾱ
]
adj. f.
âgé de treize ans,
Plat.
Leg.
833
d
.
Étym.
τριακαίδεκα, ἔτος
.