Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
τρισυλλάϐως
τρισύπατος
τρισυπόστατος
τρισ·ύπατος,
ου
(
ὁ
) [
ῐῠᾰ
] trois fois consul,
Plut.
Galb.
22 ;
App.
Civ.
1, 96
.
Étym.
τρ. ὕπατος
.