Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
τροπήϊον
τρόπηλις
τροπίας οἶνος
τρόπηλις,
dor.
τρόπαλις,
ιδος
(
ἡ
) [
ᾱ
] botte (d’oignons)
Ar.
Ach.
813
.
Étym.
τρέπω
.