Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
Τρυγόδωρος
τρύγοιπος
τρυγονάω-ῶ
τρύγο·ιπος,
ου
(
ὁ
) [
ῠ
] filtre pour clarifier le vin,
Ar.
Pax
535,
Pl.
1087
.
Étym.
τρύξ, ἶπος
.