Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
ἡσύχως
ἠσφαλισμένως
ᾔσχυμμαι
ἠσφαλισμένως
[
ᾰ
]
adv.
fermement, sûrement,
Nyss.
2, 718
.
Étym.
ἀσφαλίζω
.