Ἀπολλωνία

Ἀπολλωνιάτης

Ἀπολλωνίδης
Ἀπολλωνιάτης, ου () habitant ou originaire d’Apollônia, Xén. Hell. 5, 2, 13, etc. ||
E Ion. gén. -ιήτεω, Hdt. 9, 92.
Étym. Ἀπολλωνία.