Ἀπολλωνιάτης

Ἀπολλωνίδης

Ἀπολλώνιον
Ἀπολλωνίδης, ου () Apollônidès, h. Xén. An. 3, 1, 26 ||
E Voc. -ίδη, Plut. Cato mi. 66. Dor. -ίδας, Pd. fr. 204.