Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
ὁμολόγως
Ὅμολος
Ὁμολωΐδες πύλαι
Ὅμολος,
gén. dor.
ω
(
ὁ
)
c.
Ὁμόλη,
Thcr.
Idyl.
7, 103
.